προικίδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape προικ-ίδιον, τό, Dim. of προίξ, Plu. Amat. 2.767c. προικίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] petite dot, Plut. M. 767c. Étym. *προΐξ. προικίδιον, τό, dim. von προΐξ, Plut. amator. 21 M.