Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προικοφορέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προθωράκιον
προΐ
προϊαίτατος
προϊάλλω
προϊάπτω
προϊδεῖν
προϊδρόω
προϊδρύω
προϊδών
προΐειν
προϊεράομαι
προϊερατεύω
προϊζάνω
προΐζομαι
προΐζω
προΐημι
προῖκα
προίκειος
προϊκετεύω
προικίδιον
προικίδιος
προικίζω
προικιμαῖος
προίκιος
προϊκνέομαι
προικοδότης
Προικοννήσιος
Προικόννησος
προικός
προικοφορέομαι
προικοφορέω
προικοφόρος
προΐκτης
προΐκω
προικῷος
προϊλάσκομαι
προϊλάσκω
πρόϊμος
προίξ
προΐξ
πρόϊξις
πρόϊος
προϊππάζομαι
προϊππασία
προϊππεύω
προΐπταμαι
προΐσσομαι
προΐσσω
προΐστημι
προϊστορέω
προΐστωρ
προϊσχάνω
προϊσχναίνω
προΐσχω
προϊτέον
προϊτητικός
Προιτίδες
Προιτίδης
Προιτίς
προῖτος
Προῖτος
…
προικοφορέω
Save
Pape
προικοφορέω
,
aussteuer geben
, u. im pass.
dieselbe empfangen
, Sp., wie Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}