προικιμαῖος
προικιμαῖος, gratuitous
προικ-ῐμαῖος, α, ον,
- gratuitous, κτῆσις D.C. 47.17.
- 2 belonging to a dowry, πράγματα POxy. 126.17 (vi A.D.).
προικιμαῖος, α, ον [ῠ] gratuit, DC. 47, 17.
Étym. *προΐξ.
προικιμαῖος, was umsonst ist od. nicht bezahlt wird, Sp., wie D.Cass.