προκαταμαντεύομαι
προκαταμαντεύομαι, divine
προκατα-μαντεύομαι,
- divine, τὰ μέλλοντα D.S. 37.19; περί τινων ὅτι D.H. Rh. 2.8.
προ·καταμαντεύομαι, prédire, DH. Rhet. 2, 8.
προκαταμαντεύομαι, dep. med., vorher oder zum Voraus weissagen, Dion.Hal. rhet. 2.8.