προκαταρρήγνυμι
προκαταρρήγνυμι, break down before
προκαταρρήγνῡμι,
- break down before, γεφύρας prob. in D.C. 36.7.
προ·καταρρήγνυμι, rompre auparavant, DC. 35, 7.
προκαταρρήγνυμι, [ῡ], (ῥήγνυμι), vorher niederreißen, Sp., z.B. γεφύρας, DC. 35.7.