προκαταπίμπρημι
προκαταπίμπρημι, burn beforehand
προκατα-πίμπρημι,
- burn beforehand, D.C. 66.3.
προ·καταπίμπρημι (f. -καταπρήσω, ao. -κατέπρησα, etc.) brûler auparavant, DC. 66, 3.
προκαταπίμπρημι, (πίμπρημι), vorher verbrennen, DC. 66.3 im aor.