προσμυθοποιέω
προσμυθοποιέω, to invent mythically besides
προσμῡθο-ποιέω,
- invent mythically besides, τι Str. 1.2.40.
προσ·μυθοποιέω-ῶ [ῡ] c. προσμυθεύω, Str. 46.
προσμυθοποιέω, [ῡ], = προσμυθεύω, Strab. 1.2.40.
προσμυθοποιέω
- to invent mythically besides, Strab.