προσμύρομαι
προσμύρομαι, to flow to
προσμύρομαι [ῡ],
- make tearful lament in answer to, ποταμῷ π. πηγή AP 9.362.23.
προσ·μύρομαι [ῡ] découler sur, dat. Anth. 9, 362, 23.
προσμύρομαι, zufließen, Ep.adesp. symm. her. 23 (IX.362) μυρομένῳ ποταμῷ προσεμύρετο πηγή.
προσμύρομαι
- Dep. to flow to or with, Anth.