προστρόπιος Save LSJ Bailly 2024 Pape προστρόπ-ιος, ον, poet. for προστρόπαιος, Orph. A. 1235. προστρόπιος, ος, ον, c. προστρόπαιος, Orph. Arg. 1233. προστρόπιος, späte poet. Form statt προστρόπαιος, Orph. Arg. 1233.