πρόσραξις
πρόσραξις, dashing against
πρόσραξις, εως, ἡ,
- dashing against, PCair.Zen. 534.23 (iii B.C.), Ph. 2.489.
πρόσραξις, εως (ἡ) collision, Phil. 2, 489.
Étym. προσράσσω.
πρόσραξις, ἡ, = πρόσρηξις, Sp.