σκηνίς
σκηνίς, state cabin on a ship
σκην-ίς, ίδος, ἡ,
- = σκηνή III.2, Plu. Luc. 7.
σκηνίς, ίδος (ἡ) [ῐδ] petite tente, Plut. Luc. 7 ; Jos. A.J. 18, 4, 5.
Étym. dim. de σκηνή.
σκηνίς, ίδος, ἡ, = σκηνή ; Plut. Luc. 7 ; Jos.
σκηνίς, ίδος, ἡ,
= σκηνή, Plut.