σκηνύδριον Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell σκην-ύδριον, τό, Dim. of σκηνή, Plu. Mar. 37. σκηνύδριον, ου (τὸ) dim. de σκηνή, Plut. Mar. 37. σκηνύδριον -ου, τό [σκηνή] kleine tent, hutje. σκηνύδριον, τό, dim. von σκηνή, Plut. Mar. 37. σκηνύδριον, ου, τό, Dim. of σκηνή, Plut.