σκηπάνιον
σκηπάνιον, staff (LSJ σκηπάνη)
σκηπάνιον, ου (τὸ) [ᾰ] bâton, d’où sceptre, Il. 13, 59 ; 24, 247 ; Call. fr. an. 48 Schn. ; Anth. 6, 83 ; 7, 731 ; 9, 233.
Étym. σκήπτω.
σκηπάνιον, τό, = σκῆπτρον, σκήπων, Stab, Szepter ; σκηπανίῳ γαιήοχος ἀμφοτέρω κεκοπώς, Il. 13.59, wie σκηπανίῳ δίεπʼ ἀνέρας 24.247 ; sp.D., wie Eryc. 9 (IX.233).
σκηπάνιον
-ου, τό
[σκήπτομαι.]
A staff : σκη-πανίῳ ἀμφοτέρω κεκόπων Il. 13.59. Cf. Il. 24.247.
σκηπάνιον = σκῆπτρον, Il. 13.59 and Il. 24.247.