σκηπάνη
σκηπάνη, staff
σκηπάνη [ᾰ], ἡ,
- staff, Sch.D.T.p.196 H.; Dim. σκηπάνιον [ᾰ], τό, Il. 13.59, 24.247, Call. Fr.anon. 48, AP 6.83 (Maced.); Dor. σκᾱπάνιον Hsch., Phot. s.v. σκίπων.