σκληρόβιος
σκληρόβιος, leading a hard life
σκληρό-βῐος, ον,
- leading a hard life, Tz. Proll.Hes. p.13 G.; σκληρο-βίοτος, ον, Phryn. PS p.107 B.
σκληρόβιος, = σκληροβίοτος, Tzetz.