Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σκληρασία
σκληρασία, hardening
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σκίρων
Σκιρωνίδης
Σκιρωνικός
Σκιρωνίς
σκίρωσις
σκιταλίζω
Σκίταλοι
Σκίτων
σκιφατόμος
σκίφη
σκιφίας
σκιφίζω
σκιφίνιον
σκιφίνιος
σκίφος
σκιφός
σκιφύδριον
σκίψ
σκιώδης
σκιώδιον
σκιώδως
Σκιωναῖος
Σκιώνη
σκιωτός
σκλαίην
σκλῆμα
σκλῆναι
σκληραγωγέω
σκληραγωγία
σκληράργιλλος
σκληρασία
σκληραύχην
σκληρευνία
σκληρία
Σκληρίας
σκληρίασις
σκληριάω
σκληρόβιος
σκληροβίοτος
σκληρόγεως
σκληρογνώμων
σκληρόδερμος
σκληροδίαιτος
σκληροειδής
σκληρόθριξ
σκληροκαρδία
σκληροκάρδιος
σκληροκέφαλον
σκληροκέφαλος
σκληρόκηρος
σκληροκοίλιος
σκληροκοιτέω
σκληροκοιτία
σκληρόκοκκος
σκληρολέκτης
σκληροπαγής
σκληροπαίκτης
σκληροποιέω
σκληροποιός
σκληρόπους
σκληροπρόσωπος
…
σκληρασία
Save
σκληρασία, hardening
LSJ
σκληρ-ᾰσία, ἡ,
hardening,
κασσιτέρου
PLeid.X.
81.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}