σκληροπρόσωπος
σκληροπρόσωπος, hard, bold of face
σκληρο-πρόσωπος, ον,
- hard, bold of face, LXX Ez. 2.4 cod.A (also Thd.ibid.).
σκληρο·πρόσωπος, ος, ον, à l’air dur, Théodot. Ezech. 29, 3 et 4.
Étym. σκλ. πρόσωπον.
σκληροπρόσωπος, mit hartem Gesichte, Sp.