σπερματία Save σπερματία, seed LSJ Bailly 2024 σπερμ-ᾰτία, ἡ, seed, Sm. Ps. 64.10 (v.l. πανσπερμία). σπερματία, ας (ἡ) [μᾰ] semence, Symm. Ps. 64, 10. Étym. σπέρμα.