σπουδαιολόγως Save Bailly 2024 Pape σπουδαιολόγως, adv. en un langage sérieux, Phil. 1, 218,. Étym. *σπουδαιολόγος, de σπουδαῖος, λέγω. σπουδαιολόγως, ernsthaft redend, Philo.