σταλακτίς Save Bailly 2024 Pape σταλακτίς, ίδος [τᾰῐδ] adj. f. qui coule goutte à goutte, Diosc. 5, 114. Étym. σταλάσσω. σταλακτίς, ίδος, ἡ, die Tröpfelnde, Diosc.