σταλαγμιαῖος
σταλαγμιαῖος, as measured by the water-clock
σταλαγ-μιαῖος, α, ον,
- as measured by the water-clock, ὥρα Paul.Al. K. 4; τὰς λεπτομερεῖς ἡμέρας καὶ σ. ὥρας Vett.Val. 274.2.
σταλαγμιαῖος, α, ον [τᾰ] qui coule goutte à goutte, P. Alex. Apot. 23, p. 50, l. 20 Boer.
Étym. σταλαγμίας.
σταλαγμιαῖος, tropfenweis, Medic.