στολαγωγός Save LSJ Bailly 2024 Pape στολᾰγωγ-ός, ὁ,= στολάρχης, Polem. Cyn. 35 codd. (στολαγοῦ Hinck). στολ·αγωγός, οῦ (ὁ) [ᾰ] c. le suiv. Polém. 1, 25. Étym. στόλος, ἄγω. στολαγωγός, = στόλαρχος, Polem. 1.35.