Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στοιχίδιον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στοιχαδῖτις
Στοιχαῖος
στοιχάριον
στοιχάς
Στοιχεία
στοιχειακός
στοιχειακῶς
στοιχειαταί
στοιχειογραφέω
στοιχειοκράτωρ
στοιχεῖον
στοιχειόω
στοιχειώδης
στοιχειωδῶς
στοιχείωμα
στοιχειωματικοί
στοιχειωματικός
στοιχείωσις
στοιχειωτής
στοιχειωτικός
στοιχειωτός
στοιχευτής
στοιχέω
στοιχηγορέω
στοιχηδίς
στοιχηδόν
στοίχημα
στοιχητέον
στοιχητής
στοιχιαῖος
στοιχίδιον
στοιχίζω
στοιχικός
στοιχισμός
στοιχομυθέω
στοῖχος
στοιχούντως
στοιχώδης
στολαγωγέω
στολαγωγός
στολάζομαι
στολάρχης
στολαρχία
στόλαρχος
στολάς
στολή
στολίδιον
στολιδόομαι
στολιδόω
στολιδώδης
στολίδωμα
στολιδωτός
στολίζω
στόλιον
στολίον
στολίς
στόλισις
στόλισμα
στολισμός
στολιστεία
στολιστήριον
…
στοιχίδιον
Save
Bailly 2024
στοιχίδιον,
ου
(
τὸ
) [
ῐδ
]
dim. de
στοῖχος,
Plut.
M.
347
e
et
f
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}