στολιδόω Save Bailly 2024 Pape στολιδόω-ῶ [ῐ] vêtir, d’où au moy. se revêtir de, acc. Eur. Ph. 1754 (ao. part. fém. dor. στολιδωσαμένα). Étym. στολίς. στολιδόω, anziehen, Eur. im med., Καδμείαν νεβρίδα στολιδωσαμένα, I.A. 255.