στολίδωμα
στολίδωμα, fold
στολίδ-ωμα, ατος, τό,
- fold, περισφίγγει -ώμασι πέπλος AP 5.103 (Marc. Arg.).
στολίδωμα, ατος (τὸ) [ῐ] vêtement plissé, Anth. 5, 104.
Étym. στολιδόω.
στολίδωμα, τό, Falte, πέπλου M.Arg. 3 (V.104).