στομάλιμνον Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape στομᾰ-λιμνον, τό,= foreg., Theoc. 4.23. στομά·λιμνον, ου (τὸ) [ᾰ] c. le préc. Thcr. Idyl. 4, 23. στομάλιμνον -ου, τό [στόμα, λίμνη] zoutwatermeer, lagune. στομάλιμνον, τό, = στομαλίμνη, f.l. bei Theocr. 4.23.