Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στρατευματικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στραγγίζω
στραγγίς
στραγγοειδῶς
στραγγός
στραγγουρέω
στραγγουρία
στραγγουριάω
στραγγουρικός
στραγγουριώδης
στράγγω
στραγγῶς
στραγεύομαι
στράγξ
στραγός
Στράμμενος
στραπή
στράπτω
στραταγέτας
στραταγέω
στρατάομαι
στραταρχέω
στρατάρχης
στραταρχία
στραταρχικός
στράταρχος
στρατάω
στρατεία
Στρατεία
στράτειος
στράτευμα
στρατευματικός
στρατεύομαι
στρατευσείω
στρατεύσιμος
στράτευσις
στρατευτέον
στρατευτέος
στρατευτικός
στρατεύω
στρατή
στρατηγεῖον
στρατηγέτης
στρατηγέω
στρατήγημα
στρατηγητέον
στρατηγητικός
στρατηγία
στρατηγιάω
στρατηγίη
στρατηγικός
στρατηγικῶς
στρατήγιον
Στρατήγιος
στρατηγίς
στρατηγός
στρατηΐη
στρατηλασία
στρατηλατέω
στρατηλάτης
στρατηλατικός
στρατηλάτις
…
στρατευματικός
Save
Pape
στρατευματικός
,
zum Feldzuge od. zum Kriege gehörig, kriegerisch
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}