στρατηγέτης
στρᾰτηγ-έτης, ου, ὁ,
- = στρατηγός, SIG 588.60 (Milet., ii B.C.), Ps.-Luc. Philopatr. 9; Cret. σταρταγέτας (q.v.): fem. στρᾰτηγ-έτις, ιδος, Tz. H. 12.967.
στρατηγέτης, ου (ὁ) [ᾰ] c. στρατηγός, Luc. 3, 595 Reitz.
Étym. στρατηγέω.
στρατηγέτης, ὁ, = στρατηγός, Sp.