στόμβος Save LSJ Pape στόμβος, η, ον,= βαρύηχος, βαρύφθογγος, Hp. (Morb. 2.33) ap. Gal. 19.141 (φθέγγεται σομφόν codd. Hp.). στόμβος, = βαρύηχος, βαρύφθογγος, Galen. Vgl. στόμφος.