στομφώδης
στομφ-ώδης, ες,
- = στομφός, Sch. Hermog. in Rh. 7(2).963 W., Herm. in Phdr. p.63A.
στομφώδης, ης, ες, emphatique, Hermog. 6, 225 Walz.
Étym. στόμφος, -ωδης.