στομώδης
στομώδης, clear-voiced
στομώδης, ες,= εὔστομος, εὔφημος,
- clear-voiced, S. Fr. 1098 (v.l. στομήρη).
- 2 pleasant to the taste, of milk, γλυκὺ καὶ σ. Sor. 1.91.
στομώδης, ης, ες, c. εὔστομος, Soph. fr. 947 Dind.
Étym. στόμα, -ωδης.
στομώδης, ες, = εὔστομος, εὔφημος, Soph. frg. bei Poll. 2.101.