συγκαλυπτέος
συγκαλυπτέος, to be veiled, concealed
συγ-κᾰλυπτέος, α, ον,
- to be veiled, concealed, λόγος A. Pr. 523.
συγκαλυπτέος, α, ον [ᾰ] vb. de συγκαλύπτω, Eschl. Pr. 523.
συγκαλυπτέος, zu bedecken, zu verhehlen, λόγος, Aesch. Prom. 521.
συγκαλυπτέος
συγκᾰλυπτέος, η, ον,
from συγκᾰλύπτω
- to be veiled, concealed, Aesch.