συγκαμπτός
συγκαμπτός, flexed
συγ-καμπτός, ή, όν,
- flexed, Arist. IA 709b7.
συγκαμπτός, ή, όν, flexible, Arstt. Inc. an. 9, 11.
Étym. vb. de συγκάμπτω.
συγκαμπτός, zusammengebogen, Sp.
συγκαμπτός, flexed