συμφυή Save LSJ Bailly 2024 Pape συμφῠή, ἡ, = σύμφυσις, Ael. NA 14.16. συμφυή, ῆς (ἡ) c. σύμφυσις, El. N.A. 14, 6. συμφυή, ἡ, = σύμφυσις ; v.l. für συνυφή bei Plat. Legg. V.734e ; Ael. H.A. 14.16.