About Report a problem

Menu

σύμφυλος

σύμφυλος, of the same stock

σύμφῡλ-ος, ον,
  • of the same stock or race with, αἱ μέλιτται καὶ τὰ σ. ζῷα ταύταις Arist. PA 682b10; οἱ σύμφυλοι his congeners, Babr. 101.3.
    • II metaph., of the same class with, βρονταί τε καὶ ἀστραπαὶ . . καὶ τἆλλα ἃ δὴ τούτοις ἐστὶ σ. Arist. Mu. 394a19; cognate, suitable, νομή, τροφή, Plu. QConv. 2.729c, Bruta anim. 991b; τὸ σ. ib. QConv. 661e; of digested food, συμφυλοτέραν τῷ ζῴῳ γενομένην Gal. 6.303; τὰ σ. τῷ σώματι Plu. Sanit. 2.137b; τὸ -ότατον [τῷ ἀνθρώπῳ] Phld. Vit. p.28 J.; τῶν σ. ἡμῖν οἶνος Orib. Fr. 124; σ. ἡ νόησις τῷ μερισμῷ Dam. Pr. 146.
      • 2 συμφύλων (-φίλων cod.) χειρῶν προσαφῇ (πρὸς ἁφήν cod.) θάλποντα (translated cum quodam calidarum manuum amplexu, Cael.Aur. TP 3.22) Sor. 2.28 (dub.).

Saved

Recent