συνέρρωγα Save LSJ Bailly 2024 συνέρρωγα, pf. 2 of συρρήγνυμι (ΙΙ):—συνέρρωσε, in Heraclit. All. 52, is f.l. for συνέρρωγε. συνέρρωγα, pf. 2 de συρρήγνυμι.