About Report a problem

Menu

συνερύω

συνερύω, draw together

συνερύω, Ion. συνειρύω,
  • draw together, in aor. Pass., ὁκόταν . . συνειρυσθῇ ὑπὸ τοῦ ῥίγεος Hp. Morb. 1.26: pf. Pass. συνείρ<υ>ται· συνέσπασται, Hsch.
      • 2 metaph. in Act., τίς σε δαιμόνων κακῇ ἀθυμίῃ ξυνείρυσεν; Epigr. ap. D.L. 2.112.

Saved

Recent