συνέργιον
συνέργ-ιον, τό,
- = συνεργασία I, PMich.Zen. 57.2 (iii B.C.), IGRom. 3.810.9 (Side), JHS 11.236 (Cilicia), Gloss.; also συνέργ-ειον and σύνεργ-ιν, ib.
συνέργιον, τό, = συνέργειον.