συναισθητικός
συναισθητικός, by way of συναίσθησις
συναισθ-ητικός, ή, όν, only Adv. -κῶς,
- by way of συναίσθησις, Sch. Ptol. Tetr. 88.
συναισθητικός, ή, όν, qui a conscience, Plot. Enn. 1, 200 Creuz.
Étym. συναισθάνομαι.