Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταφρευτής
ταφρευτής, ditcher
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταὐτοφανής
ταὐτοφωνία
ταὐτόφωνος
ταὐτόω
ταὔτωμα
ταὐτώνυμος
Ταύχειρα
ταφαιών
τἀφανῆ
τάφε
τάφειμα
ταφεῖν
ταφεῖος
ταφείς
ταφεύς
ταφεών
ταφή
ταφήϊος
ταφικόν
Τάφιοι
τάφιος
Τάφιος
τἀφόδια
ταφοειδής
τάφος
Τάφος
Ταφόσιρις
ταφρεία
τάφρευμα
τάφρευσις
ταφρευτής
ταφρεύω
τάφρη
ταφροβολέω
ταφροειδής
ταφροποιέω
τάφρος
Τάφρος
ταφρώδης
ταφρωρύχος
τάφρωσις
ταφών
τάχα
τάχει
ταχεῖ
ταχεῖα
τάχειον
ταχέως
ταχεωστί
ταχθῆναι
ταχίζω
ταχινά
ταχίνας
ταχινός
ταχινῶς
τάχιον
τάχιστα
τάχιστος
ταχίων
Ταχομψώ
τάχος
…
ταφρευτής
Save
ταφρευτής, ditcher
LSJ
ταφρ-ευτής, οῦ, ὁ,
ditcher,
PCair.Zen.
744.9 (iii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}