τάφρευσις
τάφρευσις, digging, method of digging
τάφρ-ευσις, εως, ἡ,
- digging, method of digging, Ael. NA 9.8.
τάφρευσις, εως (ἡ) c. ταφρεία, El. N.A. 9, 8.
τάφρευσις, ἡ, = ταφρεία, Ael. H.A. 9.8.