Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταννί
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταναύπους
ταναΰπους
ταναϋφής
τανάχαλκος
ταναῶπις
τἆνδον
τἀνδράποδα
τἀνδρεῖα
τἀνδρεῖον
τἀνδρείου
τἀνδρί
τἀνδρός
τανεῖαι
τανηλεγής
τανήλοφος
τανηλυγής
τανθαλύζω
τανθαρύζω
τανθαρυστής
τανθαρυστός
τανθαρύστρια
τανί
τανίκα
τἀνίκατον
Τάνις
τάνις
τανισια
τανίσφυρος
Τανίτης νομός
τανίφυλλος
ταννί
τανταλάσσεται
τανταλεία
Ταντάλειος
Ταντάλεος
τανταλεύω
Τανταλίδης
τανταλίζω
Τανταλικός
Τανταλίς
τανταλίτις
τανταλόομαι
Τάνταλος
τανταλόω
τἀνταῦθα
τἀνταυθοῖ
τἄντερα
τἀντεταλμένα
τἀντεῦθεν
τἀντευθενί
τἀντία
τἀντικνήμια
τἀντίον
τἀντίπαλα
τἀντός
τάνυ
τανυ
τανύγληνος
τανύγλωσσος
τανυγλώχιν
τανυγλώχις
…
ταννί
Save
LSJ
ταννί,
v. ὁνί.
τάννυν
, v. ὅνυ (ν).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}