τανυγλώχις
τανυγλώχις, with long point
τᾰνυ-γλώχῑς, ῑνος, ὁ, ἡ,
- with long point, ὀϊστοί Il. 8.297, Simon. 106, Q.S. 6.463.
τανυγλώχις
-ινος
[τανύ + γλωχίς, in sense ’barb.’ Cf. χαλκογλώχις.]
With long barbs: ὀϊστούς Il. 8.297.
τανυγλώχις
τᾰνυ-γλώχῑς, ῑνος, ὁ, ἡ,
τανύω
- with long point, Il.