τανταλόομαι
τανταλόομαι, to be balanced
ταντᾰλ-όομαι, Pass.,
- to be balanced or swung, ἐπὶ γᾷ πέσε τανταλωθείς fell hurtling to earth, S. Ant. 134 (lyr.):—the Sch. expl. by διατιναχθείς, διασεισθείς.
τανταλόομαι
ταντᾰλόομαι,
for ταλαντόομαι
τάλαντον
- Pass. to be balanced or swung, ἐπὶ γᾷ πέσε τανταλωθείς fell with a swing upon earth, Soph.