Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τανταλίτις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τἀνδρί
τἀνδρός
τανεῖαι
τανηλεγής
τανήλοφος
τανηλυγής
τανθαλύζω
τανθαρύζω
τανθαρυστής
τανθαρυστός
τανθαρύστρια
τανί
τανίκα
τἀνίκατον
Τάνις
τάνις
τανισια
τανίσφυρος
Τανίτης νομός
τανίφυλλος
ταννί
τανταλάσσεται
τανταλεία
Ταντάλειος
Ταντάλεος
τανταλεύω
Τανταλίδης
τανταλίζω
Τανταλικός
Τανταλίς
τανταλίτις
τανταλόομαι
Τάνταλος
τανταλόω
τἀνταῦθα
τἀνταυθοῖ
τἄντερα
τἀντεταλμένα
τἀντεῦθεν
τἀντευθενί
τἀντία
τἀντικνήμια
τἀντίον
τἀντίπαλα
τἀντός
τάνυ
τανυ
τανύγληνος
τανύγλωσσος
τανυγλώχιν
τανυγλώχις
τανύδρομος
τανυέθειρα
τανυήκης
τανυῆλιξ
τανυηχέτα
τανυηχής
τανύθριξ
τανυκνήμις
τανύκνημος
τανύκραιρος
…
τανταλίτις
Save
Bailly 2024
τανταλίτις,
ίτιδος
(
ἡ
) lithosperme,
plante,
Diosc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}