τανυκνήμις
τανυκνήμις, long-legged
τᾰνυ-κνήμῑς, ῑδος, ὁ, ἡ,
- long-legged, Nonn. D. 14.370.
τανυ·κνήμις, ιδος (ὁ, ἡ) [ᾰῑδ] aux longues jambes, Nonn. D. 48, 287.
Étym. τανυ-, κνημίς.
τανυκνήμις, ῑδος, langscheuklig, Nonn. D. 13.67.