ταραχοποιός
ταραχοποιός, causing disorder
τᾰρᾰχοποιός, όν,
- causing disorder or confusion, Aesop. 76b.
ταραχο·ποιός, ός, όν [ᾰᾰ] qui cause du trouble, Es. 76 b Halm.
Étym. ταραχή, ποιέω.