ταράσσω
ταράσσω, to stir, stir up, trouble
- stir, trouble, in a physical sense, σύναγεν νεφέλας ἐτάραξε δὲ πόντον [Ποσειδῶν] Od. 5.291; κύμασιν ταράσσεται πόντος Archil. 54, cf. Sol. 54; τ. πέλαγος ἁλός E. Tr. 88, cf. 692; ὁμοῦ τ. τήν τε γῆν καὶ τὴν θάλατταν εἰκῇ Ar. Eq. 431; τ. καὶ κυκᾶν Id. Ach. 688 (troch.), Eq. 251 (troch.); οὐ χθόνα ταράσσοντες troubling not the earth (by ploughing), Pi. l.c.; βροντήμασι . . κυκάτω πάντα καὶ ταρασσέτω A. Pr. 994; τ. φάρμακον perh. mix, Luc. Lex. 4, cf. Amips. 18: metaph., φωνὰν ταρασσέμεν to wag the tongue, Pi. P. 11.42; πάντα τ., of a speaker, jumble up, D. 19.93; τὴν τῶν πραγμάτων διδασκαλίαν Gal. 15.185.
- 2 trouble the mind, agitate, disturb, με δεινὸς ὀρθομαντείας πόνος στροβεῖ ταράσσων A. Ag. 1216; δεινὰ (adverbial) τ. [με] S. OT 483 (lyr.); ὅταν ταράξῃ Κύπρις ἡβῶσαν φρένα E. Hipp. 969, cf. Fr. 1079.4; Νικίαν ταράξω Ar. Eq. 358 (troch.); τ. καρδίαν E. Ba. 1321; esp. of fear, A. Ch. 289, Ar. Eq. 66, etc.; ἄν τις φόβος τ. X. Mem. 2.4.6; τὸ σῶμα τ. τὴν ψυχήν Pl. Phd. 66a, cf. 103c; so τ. γλῶσσαν E. IA 1542: abs., cause confusion, Pl. R. 564b, Hp.Mi. 373b:—Pass., Id. Phd. 100d, etc.; περί τι Id. Sph. 242c; διά τι D. 4.3; ταράσσομαι φρένας S. Ant. 1095; ὄμμα σὸν τ. E. Or. 253.
- 3 of an army, etc., throw into disorder, Hdt. 4.125, 9.51, etc.; ἐτάρασσον τοὺς ταρσοὺς τῶν κωπέων Id. 8.12:—Pass., to be in disorder, Id. 4.125, 129, 8.16, Th. 4.25, X. Cyr. 2.1.27, etc.; ἐν σφίσιν αὐτοῖς τ. Th. 7.67.
- b metaph., rout or upset, κριτήριον τ. Demetr.Lac. Herc. 1012.38 (perh. variant of Epicur. Sent. 24):—Pass., λόγου ταραχθέντος Phld. Rh. 1.136 S.; εἰ τὰ σημεῖα ταραχθείη Gal. 6.262.
- 4 τ. τὴν γαστέρα cause relaxation of the bowels, of purges, Hp. Nat.Mul. 12, cf. Acut. 56, Arist. Pr. 864b23, Gal. 15.667:—Pass., ἐταράχθης τὴν γαστέρα Ar. Nu. 386 (anap.); τὸ πνεῦμα Gal. 15.903; more generally, τεταραγμένον σῶμα Sor. 1.105.
- 5 freq. of political agitation, τ. τὴν πόλιν Ar. Eq. 867; τὰ πράγματα ib. 214:—Pass., to be in a state of disorder or anarchy, ἐν ἀλλήλοις τ. Th. 2.65, cf. D. 2.14, Ptol. Tetr. 164.
- 6 ταράττεσθαι ἐπὶ τῶν ἵππων to be shaken in oneʼs seat on horseback, X. Cyr. 5.2.17.
- 7 Math., τεταραγμένη ἀναλογία disturbed proportion, Euc. 5Def. 18, Archim. Sph.Cyl. 2.4.
- II stir up, metaph., τ. νεῖκος, πόλεμον, S. Ant. 794 (lyr.), Pl. R. 567a; φόνον E. Ba. 797; ἡλίκα πράγματα ταράξασα D. 18.153, cf. X. An. 6.2.9; τ. δίκας τινὶ πρός τινας Plu. Them. 5:—Pass., πόλεμος ἐταράχθη D. 18.151; γόος . . ταραχθείς A. Ch. 331 (lyr.).
- III exc. in the places mentioned, Hom. uses only intr. pf. τέτρηχα, to be in disorder or confusion, be in an uproar, τετρήχει δʼ ἀγορή Il. 2.95; ἀγορὴ τετρηχυῖα 7.346; so τετρηχυῖα θάλασσα AP 7.283 (Leon.); τετρηχότος οἴδματος A.R. 1.1167; τετρηχότα βῶλον Id. 3.1393; τετρηχότι νώτῳ Nic. Th. 267; but ἐκ σέθεν . . ἄλγεα . . τετρήχασι cruel woes arise, A.R. 4.447, cf. 3.276, Philet. 7; in Nic. Th. 72 τετρήχοντα κλήματα is f.l. for δὲ τρήχοντα. (Alexandrine and later Poets seem to have thought erroneously that τέτρηχα = to be rough (cf. τραχύς).) (ταράχψω from ταραχ-ή, τάραχ-ος and these from *θᾰρᾰχ-: cogn. with θράσσω from θρᾱχ-yω of which the Ion. pf. is τέτρηχα.)
Bei den Aerzten ταράττειν τὴν κοιλίαν, den Unterleib in Unordnung bringen, d.i. Durchfall verursachen. – Das ep. perf. τέτρηχα hat die intr. Bdtg in Verwirrung, unruhige Bewegung geraten, τετρήχει δʼ ἀγορή, die Volksversammlung geriet in unruhige Bewegung, Il. 2.95 ; ἀγορὴ τετρηχυῖα, 7.346 ; so auch sp.D., wie τετρηχυῖα θάλασσα Leon.Tar. 96 (VII.283). Erst spätere Dichter haben hiernach ein praes. τρήχω gemacht, das aber für jene homerische Form anzunehmen nicht nötig ist ; aus der att. Form θράσσω, für ταράσσω, wird regelnmäßig τέτρᾶχα, ion. τέτρηχα, abgeleitet, s. Buttmann Lexil. I p. 210. Damit hängt τρηχύς zusammen.
3 sing. aor. ἐτάραξε Il. 8.86: Od. 5.291, 304.
3 sing. subj. ταράξῃ Il. 1.579.
Pf. pple. fem. τετρηχυῖα Il. 7.346.
3 sing. plupf. τετρήχει Il. 2.95.
- 1
To stir up, trouble: πόντον Od. 5.291, 304.
- 2
To throw into disorder, strike with panic: σὺν ἵππους ἐτάραξεν Il. 8.86.
To throw into disorder, mar the seemliness of: δαῖτα Il. 1.579.
- 3
In pf. and plupf., to be in disorder or confusion: τετρήχει ἀγορή Il. 2.95. Cf. Il. 7.346.
- 1
- 1disturb οὐ χθόνα ταράσσοντες ἐν χερὸς ἀκμᾷ οὐδὲ πόντιον ὕδωρ O. 2.63 ὠκύαλον τε πόντου ῥιπὰν ἐτάραξε καὶ† (ὠκύαλον Νότου ῥιπὰν ἐτάραξε coni. Wil.) Παρθ. 2. 20. met., Μοῖσα, τὸ δὲ τεόν, εἰ μισθοῖο συνέθευ παρέχειν φωνὰν ὑπάργυρον, ἄλλοτʼ ἄλλᾳ ταρασσέμεν ἢ πατρὶ Πυθονίκῳ τό γε νῦν ἢ Θρασυδᾴῳ (sc. φωνάν: set in motion, Burton: cf. Schadewaldt, 2845; Hanssen, Aevum, 1950, 162ff.) P. 11.42
Strong 5015
to disturb, trouble, stir up: primarily in physical sense (Hom., Eur.): τ. ὕδωρ, Jo 1:5 [4], 7. Metaph., of the mind (Æsch., Plat., al.), to trouble, disquiet, perplex: Ac 15:24, Ga 1:7 5:10; ἑαυτόν (troubled himself; Westc., in l.), Jo 11:33; of a crowd, to stir up, Ac 17:8, 13; pass., Mt 2:3 14:26, Mk 6:50, Lk 1:12 24:38, Jo 12:27 (Ps 5 (6):4) Ps 14:1, 27, I Pe 3:14
(LXX); τ. πνεύματι, Jo 13:21 (cf. δια-, ἐκ-ταράσσω)
- Ito stir, stir up, trouble, in a physical sense, ἐτάραξε πόντον Od.; ὁμοῦ τ. τήν τε γῆν καὶ τὴν θάλατταν Ar.; βροντήμασι κυκάτω πάντα Aesch.; πάντα τ., of a speaker, to jumble up, Dem.; δεινὰ τ. makes "confusion worse confounded," Soph.
- 2to trouble the mind, confound, agitate, disturb, disquiet, Trag., Plat., etc.: absol. to cause confusion, Plat.
- 3of an army, to throw into disorder, Hdt., Xen., etc.:—Pass. to be in disorder, Hdt., Thuc.
- 4of political matters, to agitate, distract, Ar.:—Pass. to be in a state of disorder or anarchy, Thuc., Dem.
- 5ταράττεσθαι ἐπὶ τῶν ἵππων to be shaken in oneʼs seat on horseback, Xen.
- IIto stir up mud, raise by stirring up, Ar.: metaph., τ. νεῖκος, πόλεμον Soph., Plat.; Pass., πόλεμος ἐταράχθη Dem.
- IIIintr. perf. τέτρηχα, to be in disorder or confusion, be in an uproar, τετρήχει δʼ ἀγορή Il.; ἀγορὴ τετρηχυῖα Il.
-
…· ταύτην γὰρ τὴν τέχνην ἔχει. ταῦτα εἰποῦσα, ὦ ἄνδρες, ἐκείνη μὲν ἀπηλλάγη, ἐγὼ δʼ εὐθέως ἐταραττόμην, καὶ πάντα μου εἰς τὴν γνώμην εἰσῄει, καὶ μεστὸς ἦ ὑποψίας, ἐνθυμούμενος μὲν ὡς ἀπεκλῄσθην ἐν τῷ…
Lysias, Speeches
-
…ἄνδρα καὶ τὸν τρόπον αὐτοῦ. πῶς γὰρ οὔ ; ἐκεῖνός τε τοίνυν παντάπασιν οὕτως εἶχεν, καὶ αὐτὸς ἔγωγε ἐτεταράγμην καὶ οἱ ἄλλοι. ἔτυχον δέ, ὦ Φαίδων, τίνες παραγενόμενοι ; οὗτός τε δὴ ὁ Ἀπολλόδωρος τῶν ἐπιχωρίων…
Plato, Phaedo
-
…. ὣς ἔφαθʼ, οἳ δʼ ἄρα πάντες ἐπῄνησαν βασιλῆες. Τρώων αὖτʼ ἀγορὴ γένετʼ Ἰλίου ἐν πόλει ἄκρῃ δεινὴ τετρηχυῖα, παρὰ Πριάμοιο θύρῃσι · τοῖσιν δʼ Ἀντήνωρ πεπνυμένος ἦρχʼ ἀγορεύειν · κέκλυτέ μευ Τρῶες καὶ Δάρδανοι ἠδʼ ἐπίκουροι ,…
Homer, Iliad
-
…λευκὴν ἐγὼ τήνδʼ ἐκ μελαίνης ἀμφιβάλλομαι τρίχα, μή πώ ποτʼ αὐτὸν ψεῦδος ἐς πόλιν λακεῖν. ἔγνωκα καὐτὸς καὶ ταράσσομαι φρένας. τό τʼ εἰκαθεῖν γὰρ δεινόν, ἀντιστάντα δὲ ἄτῃ πατάξαι θυμὸν ἐν δεινῷ πάρα. εὐβουλίας δεῖ ,…
Sophocles, Antigone
-
…χαλασθῇ δεσμὰ λυμαντήρια. πρὸς ταῦτα ῥιπτέσθω μὲν αἰθαλοῦσσα φλόξ, λευκοπτέρῳ δὲ νιφάδι καὶ βροντήμασι χθονίοις κυκάτω πάντα καὶ ταρασσέτω. γνάμψει γὰρ οὐδὲν τῶνδέ μʼ ὥστε καὶ φράσαι πρὸς οὗ χρεών νιν ἐκπεσεῖν τυραννίδος. ὅρα νυν εἴ σοι…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…μὲν δὴ πιστὰ θεσπίζειν δοκεῖς. ἰοὺ ἰού, ὢ ὢ κακά. ὑπʼ αὖ με δεινὸς ὀρθομαντείας πόνος στροβεῖ ταράσσων φροιμίοις ; δυσφροιμίοις ;. ὁρᾶτε τούσδε τοὺς δόμοις ἐφημένους νέους, ὀνείρων προσφερεῖς μορφώμασιν ; παῖδες θανόντες ὡσπερεὶ πρὸς…
Aeschylus, Agamemnon
-
…γαῖαν ἱκέσθαι, ἄλγεʼ ἀναπλήσειν · τὰ δὲ δὴ νῦν πάντα τελεῖται. οἵοισιν νεφέεσσι περιστέφει οὐρανὸν εὐρὺν Ζεύς, ἐτάραξε δὲ πόντον, ἐπισπέρχουσι δʼ ἄελλαι παντοίων ἀνέμων. νῦν μοι σῶς αἰπὺς ὄλεθρος. τρὶς μάκαρες Δαναοὶ καὶ τετράκις…
Homer, Odyssey
-
…ὀιζύος, ἥ μιν ἱκάνει. ἀλλʼ ἔτι μέν μίν φημι ἅδην ἐλάαν κακότητος. ὣς εἰπὼν σύναγεν νεφέλας, ἐτάραξε δὲ πόντον χερσὶ τρίαιναν ἑλών · πάσας δʼ ὀρόθυνεν ἀέλλας παντοίων ἀνέμων, σὺν δὲ νεφέεσσι κάλυψε γαῖαν ὁμοῦ καὶ…
Homer, Odyssey
-
…δʼ ἔχων μέμηνεν. σὺ καὶ δικαίων ἀδίκους φρένας παρασπᾷς ἐπὶ λώβᾳ, σὺ καὶ τόδε νεῖκος ἀνδρῶν ξύναιμον ἔχεις ταράξας · νικᾷ δʼ ἐναργὴς βλεφάρων ἵμερος εὐλέκτρου νύμφας, τῶν μεγάλων πάρεδρος ἐν ἀρχαῖς θεσμῶν. ἄμαχος γὰρ ἐμπαίζει θεὸς…
Sophocles, Antigone
-
…ἐμπεφύασι, μάλιστα δὲ καίριόν ἐστιν. ἀλγήσας δʼ ἀνέπαλτο, βέλος δʼ εἰς ἐγκέφαλον δῦ, σὺν δʼ ἵππους ἐτάραξε κυλινδόμενος περὶ χαλκῷ. ὄφρʼ ὁ γέρων ἵπποιο παρηορίας ἀπέταμνε φασγάνῳ ἀΐσσων, τόφρʼ Ἕκτορος ὠκέες ἵπποι ἦλθον ἀνʼ ἰωχμὸν…
Homer, Iliad