τελωνία
τελωνία, office of τελώνης: tax-farming
τελων-ία, ἡ,
- office of τελώνης: tax-farming, D. 21.166; τελώνας (leg. τελωνίας) καὶ βιαίους πράξεις ἀποτελεῖ Vett.Val. 2.11.
τελωνία, ας (ἡ) ferme des impôts, perception des impositions, Dém. 568, 7.
Étym. τελώνης.
τελωνία, ἡ, = τελωνεία, Dem. 21.166 u. Sp., wie D.Cass.
τελωνία, ἡ,
- the office of τελώνης, Dem.