τετραορία
τετραορία, a four-horsed chariot
τετρᾱ-ορία, ἡ,
- four-horsed chariot, Pi. O. 2.5, P. 2.4, al.
τετραορία, ας (ἡ) [ρᾱ] attelage de quatre chevaux, Pd. O. 2, 8 ; P. 2, 8.
Étym. τετράορος.
τετραορία, ἡ, ein vierspänniger Wagen, Pind. Ol. 2.5, P. 2.4, N. 4.28.
τετρᾱορία (-ίας, -ιᾶν, -ίας.)
- 1four-horse chariot τετραορίας ἕνεκα νικαφόρου O. 2.5 ἀγγελίαν τετραορίας ἐλελίχθονος P. 2.4 οὐ τετραορίας γε πρὶν δυώδεκα πέτρῳ ἥροάς τʼ ἐπεμβεβαῶτας ἱπποδάμους ἕλεν δὶς τόσους N. 4.28 καὶ ματρόθε Λαβδακίδαισιν σύννομοι πλούτου διέστειχον τετραοριᾶν πόνοις I. 3.17
τετραορία
τετρᾱορία, ἡ,
- a four-horsed chariot, Pind.